Αλήθεια, πόσο εξοικειωμένοι είμαστε με την ψυχολογική προετοιμασία;

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα τονίζεται συνεχώς η ανάγκη για πνευματική προετοιμασία και ετοιμότητα των αθλητών και των ομάδων και η λέξη “ψυχολογία” συνοδεύει πολύ συχνά δηλώσεις ανθρώπων εμπλεκόμενων στον αθλητισμό. Την ίδια στιγμή, κάποιες ενημερωτικές εκπομπές σε τηλεόραση και ραδιόφωνο, αλλά και εκτεταμένη αρθρογραφία στο διαδίκτυο δίνουν τη δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους να πληροφορηθούν από ειδικούς για την ψυχολογία στον αθλητισμό.

Και ενώ, μιλώντας με αθλητές, προπονητές, διοικητικούς παράγοντες, δημοσιογράφους, γονείς, διαπιστώνω ότι καθολικά υπάρχει η παραδοχή της ανάγκης για στοχευμένη προετοιμασία και υποστήριξη, συχνά βλέπω ότι είναι διαστρεβλωμένη η εικόνα για το τι είναι, πώς, πότε και από ποιους γίνεται αυτή η προετοιμασία και κατ’ επέκταση για το ρόλο του αθλητικού ψυχολόγου σε αυτή. Αναγνωρίζω βεβαίως ότι τα στερεότυπα δύσκολα αποδομούνται και ιδίως όταν αφορούν θέματα ψυχολογικής διάστασης ή και ψυχικής υγείας. Θα προσπαθήσω όμως να παραθέσω ενδεικτικά κάποιες αντιδράσεις, δίνοντας παράλληλα απαντήσεις που ίσως διευκολύνουν τους ενδιαφερόμενους.

“Μας θεωρείτε προβληματικούς / “τρελούς” / ότι έχουμε ψυχολογικά και φέρνετε ψυχολόγο;” (αθλητές σε ομάδες)

Αρχικά, λοιπόν, θα ήθελα να αναφερθώ στο κομμάτι της εσφαλμένης σύνδεσης στο μυαλό πολλών ανθρώπων της παρουσίας του ψυχολόγου σε ένα πλαίσιο (συγκεκριμένα στο αθλητικό) με την ύπαρξη ψυχικού προβλήματος. Ο λόγος συνεργασίας με αθλητικό ψυχολόγο δεν αφορά σε ψυχική ασθένεια και “προβληματικούς” ανθρώπους. Έχει κυρίως ρόλο εκπαιδευτικό-προπονητικό, συμβουλευτικό και υποστηρικτικό στα διάφορα θέματα που αποσχολούν τον αθλητή, προπονητή, το επιτελείο, την ομάδα αναφορικά με την ψυχολογική διάσταση της απόδοσης, σαφώς και με δυσκολίες που πολύ πιθανό να προκύπτουν. Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να γίνει διακριτό ότι το να αντιμετωπίζει κάποιος μια δυσκολία ή ένα πρόβλημα, δεν τον καθιστά προβληματικό άνθρωπο. Η δράση του αθλητικού ψυχολόγου αποσκοπεί στην ψυχική ενδυνάμωση των προαναφερθέντων και στην καλλιέργεια της ανθεκτικότητάς τους (resilience) ώστε να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη λειτουργικότητα και με περισσότερες πιθανότητες “επιτυχίας” τις προκλήσεις και τις αναπόφευκτες αντιξοότητες της αθλητικής τους διαδρομής.

Η συνεργασία με αθλητικό ψυχολόγο μπορεί να ξεκινήσει με αίτημα, για παράδειγμα, την ένταξη προγράμματος ψυχολογικής προετοιμασίας ή την ενίσχυση της ομαδικότητας / επικοινωνίας σε μια ομάδα και το χτίσιμο νοοτροπίας ή τη διαχείριση του άγχους. Στην πορεία της συνεργασίας μπορεί να τροποποιηθεί το αίτημα, καθώς μπορεί να αναδυθεί μια άλλη ανάγκη. Όλα αυτά δεν σχετίζονται με ψυχική ασθένεια, αλλά αφορούν την επιδιωκώμενη πνευματική ετοιμότητα, που όμως βοηθά και στην ψυχική υγεία των μελών. Επομένως, η επιλογή ένταξης ενός τέτοιου προγράμματος (είτε σε ατομική, είτε σε ομαδική βάση) συνιστά μια πολύ ώριμη και υπεύθυνη συμπεριφορά και όχι αντικείμενο χλευασμού.

Από την άλλη, υπάρχουν και στο αθλητικό πλαίσιο περιπτώσεις ανθρώπων με σοβαρές προσωπικές δυσκολίες (κατάθλιψη, διαταραχές πρόσληψης τροφής, αγχώδεις διαταραχές, προβλήματα σχέσεων / οικογένειας, κλπ), που μπορεί να χρειαστούν περαιτέρω θεραπευτική παρέμβαση και φροντίδα ή ακόμα παραπομπή και συνεργασία με διεπιστημονική ομάδα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ήδη υπάρχουσα συνεργασία με τον αθλητικό ψυχολόγο, που δουλεύει κυρίως σε θέματα απόδοσης και προετοιμασίας, μπορεί να είναι ιδιαίτερα βοηθητική, καθώς είναι πολύ πιθανό να έχει ήδη χτιστεί κλίμα εμπιστοσύνης, όπου ο αθλητής ή o προπονητής (και λοιποί) να νιώθει ότι μπορεί να ανοιχτεί και να ζητήσει βοήθεια ώστε να δουλέψει και άλλα θέματα που μπορεί να τον μπλοκάρουν στο ρόλο του, αλλά και ως άνθρωπο. Εξάλλου, ο αθλητικός ψυχολόγος ως ειδικός ψυχικής υγείας ενδιαφέρεται για την ψυχική ευημερία των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάζεται και όχι μόνο για την αθλητική τους απόδοση και μπορεί να αναγνωρίσει τα αντίστοιχα σημάδια.

“Η ψυχολογία μου είναι καλή, τι να δουλέψω;” (αθλητής που την ίδια στιγμή στην προπόνηση τα βάζει με τον εαυτό του που δεν καταφέρνει να συγκεντρωθεί)

Όπως ανέφερα στην αρχή του άρθρου, η λέξη «ψυχολογία» ακούγεται συχνά από τους ανθρώπους του αθλητισμού. Τι ακριβώς εννοούν όμως λέγοντας τη λέξη «ψυχολογία»; Πόσοι εντοπίζουν τι είναι αυτό που χρειάζεται να δουλέψουν όταν μιλάνε για την ψυχολογία τους; Αφορά τη διάθεσή τους; Την αυτοσυγκέντρωση; Την αυτοπεποίθηση; Τον έλεγχο συναισθημάτων; Το επίπεδο ενεργοποίησης / διέγερσης; Τη διαχείριση άγχους; Το πώς νιώθουν μέσα στην ομάδα; Όλα αυτά; Κάτι άλλο;

Συνήθως όταν ένας αθλητής αναφέρεται στην ψυχολογία του, μιλάει για τη διάθεση, την όρεξή του, το αν νιώθει (ή δε νιώθει) «καλά». Αλήθεια, τι σημαίνει νιώθω καλά; Υγιής σωματικά; Χαρούμενος; Ικανοποιημένος; Έτοιμος; Ενεργοποιημένος; Με αυτοπεποίθηση; Κάτι άλλο; Και αν δεν ξέρω ακριβώς, πώς θα μπορέσω να εστιάσω στο τι μου συμβαίνει για να δω και τι είναι αυτό που χρειάζομαι;

Την ίδια στιγμή, λοιπόν, καλείται να μπει για προπόνηση, αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταφέρνει να προσδιορίσει, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί με αποτέλεσμα να μη βγαίνει σωστά η άσκηση, πράγμα που του δημιουργεί εκνευρισμό. Ο εκνευρισμός δημιουργεί περαιτέρω ανησυχία που παρατείνει την αδυναμία συγκέντρωσης. Η φωνή του προπονητή ή και κάποιο «περίεργο» βλέμμα συναθλητή πιθανό να μη βοηθήσει την κατάσταση ή και να τη χειροτερέψει.

Ο αθλητής ακόμα δεν έχει εντοπίσει ότι αυτό είναι ένα κομμάτι για το οποίο μπορεί να προσπαθήσει να προετοιμαστεί. Την επόμενη μέρα που η «διάθεσή» του έχει επανέλθει θα πει και πάλι «η ψυχολογία μου είναι μια χαρά, μην ανησυχείς coach», αλλά δεν έχει σκεφτεί ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να δουλέψει πάνω σε αυτό που τον δυσκόλεψε την προηγούμενη μέρα, όπως θα έκανε παράδειγμα με συγκεκριμένο play που δεν του βγήκε ή όπως συνηθίζει να κάνει μετά από χαμένες βολές (μπάσκετ), χαμένο πέναλτι (ποδόσφαιρο) ή χαμένα σερβίς (βόλεϊ).

“εγώ μια χαρά είμαι, δεν πειράζει και να μην είμαι στη συνάντηση, εξάλλου άλλος έχει το πρόβλημα(“χαριτολογώντας” κάποιος για συναθλητή, ενώ αναδύονται προσωπικοί περιορισμοί κατά την προπόνηση ή τον αγώνα και ταυτόχρονα δυσκολία στην επικοινωνία της ομάδας)

Πώς να ενεργοποιηθεί άραγε η διαδικασία προετοιμασίας σε όλα τα επίπεδα όταν υπάρχει έντονη δυσκολία στην αποδοχή του ατόμου ότι μπορεί να χρειάζεται εκπαίδευση ή βοήθεια; Πώς θα πραγματοποιηθεί η προσωπική και ομαδική εξέλιξη όταν υπάρχει άρνηση ανάληψης της προσωπικής ευθύνης που αναλογεί στον καθένα; Πώς το σύνολο θα γίνει ΟΜΑΔΑ όταν θεωρείται ότι πάντα φταίει κάποιος άλλος, ότι κάποιος άλλος πρέπει να δουλέψει περισσότερο; Και εν τέλει, πώς θα τεθούν όλα αυτά προς επεξεργασία αν δεν δοθεί χώρος και χρόνος στην επαφή με τον εαυτό και με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας υπό την σωστή καθοδήγηση του γνώστη συντονιστή (αθλητικού ψυχολόγου ή και προπονητή);

“θα χρειαστούμε αθλητικό ψυχολόγο όταν αρχίσει η αγωνιστική περίοδος / πριν τα κρίσιμα παιχνίδια / όταν αρχίσουν οι ήττες” (διοικητικοί παράγοντες ή και προπονητές στα πλαίσια έναρξης συνεργασίας)

Είναι πολύ σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι η ψυχολογική προετοιμασία ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο με τη σωματική και τεχνική από την πρώτη μέρα προετοιμασίας.

Δυστυχώς (ή ευτυχώς) ο αθλητικός ψυχολόγος, όπως και ο προπονητής ή ο γυμναστής, δεν έχει μαγικό ραβδάκι. Η ψυχολογική υποστήριξη δεν μπορεί να δώσει γρήγορες λύσεις. Όπως δεν είναι εύκολο να ζητήσουμε από έναν αθλητή να αλλάξει την τεχνική του πριν τον αγώνα ή να χτίσει τη φυσική του κατάσταση σε μία βδομάδα, με τον ίδιο τρόπο δεν είναι εφικτό οι ψυχολογικές δεξιότητες να αναπτυχθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Χρειάζεται χρόνος και συστηματική εξάσκηση. Χρειάζεται όμως και εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του αθλητικού ψυχολόγου, που χτίζεται μέσα από την επαφή και τη σύνδεση.

Όλα αυτά βέβαια σε σχέση και με τους στόχους και τις προσδοκίες για την εν λόγω συνεργασία. Τι είναι αυτό που ζητάει τελικά κάποιος από έναν αθλητικό ψυχολόγο; Να λειτουργήσει «πυροσβεστικά» (πχ. σε μια ήττα ή σε μια κακή στιγμή ανάμεσα σε μέλη μιας ομάδας); Να έχει μια παρουσία ώστε να φαίνεται ότι υπάρχει και ψυχολόγος στην ομάδα και ό,τι όφελος προκύψει από την παρουσία αυτή; Ή να έχει έναν ενεργό ρόλο ως μέλος του προπονητικού επιτελείου βοηθώντας τα μέλη σε όλα τα επίπεδα σε αυτό που ονομάζουμε ψυχολογική προετοιμασία, έχοντας φυσικά και τον απαιτούμενο χρόνο να το κάνει; Καμία επιλογή δεν είναι κακή, αλλά προσδιορίζει τι είδους «αποτελέσματα» να περιμένουμε από τη συνεργασία αυτή.

Κλείνοντας, λοιπόν, θα θέσω το ερώτημα – τροφή για σκέψη: αλήθεια, πόσο εξοικειωμένοι είμαστε τελικά με την ψυχολογική / πνευματική προετοιμασία για την οποία συχνά μιλάμε;

 

Δήμητρα Νούλα

Αθλητική Ψυχολόγος MSc

Διαβάστηκε φορές